Παραμυθιένιες ιστορίες


 

Ένα παραμύθι… χωρίς Όνομα!
A’. ΤΟ ΔΑΣΟΣ
ΟΤΑΝ ΚΑΤΑΛΑΒΕ ο γερο-Βασιλιάς Συνετός πως μετρήθηκαν πια
οι μέρες του, φώναξε το γιο του, το νέο Αστόχαστο, και του είπε:
– Φθάνουν, γιε μου, τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις. Ήλθε η
ώρα να παντρευθείς και να πάρεις στα χέρια σου την κυβέρνηση
του Κράτους. Εγώ έφαγα το ψωμί μου. Εσύ κοίταξε να κυβερνήσεις
σαν καλός βασιλιάς.
Β’. ΠΑΛΑΤΙ ΚΑΙ ΠΑΛΑΤΙΑΝΟΙ
ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ και λαμπρό παλάτι του Συνετού Α’, μόνος ο
ψηλός πύργος έμενε κατοικήσιμος. Όλα τ’ άλλα δωμάτια, οι μεγάλες
σάλες, οι διάδρομοι, οι στρατώνες είχαν γκρεμίσει. Ο ψηλός πύργος
ήταν και αυτός σε κακά χάλια. Κανένας δε φρόντισε ποτέ να επι-
διορθώσει τους πεσμένους σοβάδες. Και ο άνεμος περιδιάβαζε και
σφύριζε ελεύθερα στις άδειες κάμαρες, όπου από τα περισσότερα
παράθυρα έλειπαν τα γυαλιά.
Οι χοντροί όμως τοίχοι βαστούσαν ακόμα. Κι εκεί, σε μετρημένα
δωμάτια, περιορίζουνταν ο Βασιλιάς και η οικογένεια του.
Γ’. ΣΤΟ ΦΤΩΧΙΚΟ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΦΡΟΝΗΣΗΣ
Το Βασιλόπουλο χτύπησε την πόρτα.
– Ποιος είναι; ρώτησε από μέσα μια γυναικεία φωνή.
– Άνοιξε μας, παρακάλεσε το Βασιλόπουλο. Η αδελφή μου, η Ειρήνη κι
εγώ ζητούμε φιλοξενία, να ζεσταθούμε και να ξεκουραστούμε λίγο.
Η Ειρηνούλα κοίταζε την κλωστή και τις βελόνες χωρίς να κατα-
λαβαίνει.
– Τι είναι αυτά; ρώτησε.
– Πώς; Δε ράβεις; ρώτησε η Γνώση.
– Όχι, ούτε είδα ποτέ άλλον να ράβει.
– Θέλεις να μάθεις; Έλα να σου δείξω.
Κάθησε η Γνώση στο κατώφλι του σπιτιού πήρε τη σχισμένη
τραχηλιά της Ειρηνούλας κι έραψε τις τρύπες.
Η Ειρηνούλα κοίταζε με θαυμασμό και απορία.
– Δωσ’ μου να δοκιμάσω κι εγώ! παρακάλεσε.
Η Γνώση γέλασε.
– Θες να τις σκοτώσεις ή να τις μεταχειριστείς; ρώτησε.– Το ίδιο δεν κάνει;
– Όχι! Η ώρα πάντα περνά. Μ’ αν κάνεις περιττά πράματα, τη
σκορπάς· ενώ αν κάνεις δουλειές με σκοπό, τη μεταχειρίζεσαι.– Δεν το συλλογίστηκα αυτό ποτέ, είπε συλλογισμένο το Βασι-
λόπουλο. Και μένα η ώρα μου φαίνεται ατέλειωτη!
– Και όμως η ώρα είναι πολύτιμη, αποκρίθηκε η Γνώση. Σε τι κα-
ταγίνεσαι όλη μέρα;
– Σε τίποτα! Σε τι μπορώ να καταγίνω; Ο καθένας ζει και καταγί-
νεται για τον εαυτό του, κι εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα.
– Μα ο τόπος σου έχει ανάγκη από σένα.
– Μπα! Ο καθένας φροντίζει για τον εαυτό του και κουτσοζεί.
– Καλά το είπες, πως κουτσοζεί, αποκρίθηκε λυπημένη η Γνώση.
Και ο τόπος σου κουτσοζεί. Το καταδέχεσαι όμως;– Τι να του κάνω;
– Αν ο καθένας σκέπτουνταν λιγότερο το άτομο του και δούλευε
περισσότερο για το γενικό καλό, θα έβλεπε μια μέρα πως πάλι για
τον εαυτό του δούλεψε, και πως αντί να κουτσοζεί, κατάφερε να
καλοζεί.
– Δεν καταλαβαίνω, μουρμούρισε το Βασιλόπουλο. Η Γνώση γέ-
λασε.
– Σε σκότισα; είπε. Μ’ αν πας πίσω στο λαό σου, και ζήσεις ανά-
μεσα του, και μιλήσεις μαζί του, και ακούσεις τα όσα έχει να σου
πει, θα εννοήσεις τότε καλύτερα.
– Θα πάγω! είπε σοβαρά το Βασιλόπουλο.
Τα δυο αδέλφια μπήκαν στο μαγειριά ν’ αποχαιρετήσουν την
κυρα-Φρόνηση, και τη βρήκαν που κοκκίνιζε κρέας στο χαρανί.
– Πώς; Δε θα μείνετε να γευθείτε το γιαχνί μου; ρώτησε η γριά.
– Σ’ ευχαριστούμε, όχι, είπε το Βασιλόπουλο. Βιάζομαι να πάγω
πίσω.Η γριά έκοψε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί για τον καθένα και το
έχωσε στην τσέπη τους.
– Ο δρόμος είναι μακρύς, είπε. Στο καλό, παιδιά μου.
Αποχαιρέτησαν τη Γνώση, και τ’ αδέλφια πήραν πάλι το δρόμο
του παλατιού.
Δ. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ ….ήταν μακρύς…
Κ’. ΣΥΝΕΤΟΣ Β’
Εκείνη η ημέρα ήταν εορτή σε όλο το κράτος.Όταν ο νέος Βασιλιάς Συνετός Β’ ανέβηκε στο παλάτι με τον
καινούριο αρχικαγκελάριο του, τον Πολύκαρπο, βρήκε πάλι όλη την
οικογένεια μαζεμένη στην τραπεζαρία.
Κοίταξε το αδειανό κρεμαστάρι πάνω από τη χρυσή κονσόλα, κι
έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.
– Τώρα, είπε, που έφυγε από κει το απαίσιο γαϊδουρίσιο κεφάλι,
μπορώ να πω πως αισθάνομαι ελεύθερος να καταπιαστώ μεγάλα
πράματα.
Και γυρίζοντας στη Γνώση, που του χαμογελούσε χαρούμενη
και ροδοκόκκινη, πρόσθεσε:
– Θέλεις, Γνώση, να με βοηθήσεις;
– Εγώ; αναφώνησε η κόρη κι έγινε ακόμα πιο ροδοκόκκινη. Εγώ;
Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;
– Να γίνεις γυναίκα μου και Βασίλισσα μου, είπε ο Συνετός. Μου
έκανες τόσο καλό πάντα με τις πολύτιμες συμβουλές σου! Πες, Γνώ-
ση, δε θέλεις μαζί μου να διοικήσεις τον τόπο;Μα πριν μπορέσει η κόρη ν’ απαντήσει, ο γερο-Βασιλιάς τους
είχε αρπάξει και τους δυο στην αγκαλιά του.
– Με την ευλογία μου, είπε, ναι! Μαζί να κυβερνήσετε το Κρά-
τος.
– Και σα μάθει τους αρραβώνες σας ο θείος Βασιλιάς, τι θα πει;
ρώτησε γελώντας η Ειρηνούλα.
– Θα ζητήσει εσένα για το γιο του, είπε η κυρα-Φρόνηση. Και με
το μάτι έκανε νόημα του Βασιλιά να κοιτάξει τον Πολύκαρπο.
Ο δυστυχισμένος αρχικαγκελάριος είχε χλωμιάσει έξαφνα, κα-
θώς άκουσε τα λόγια της κυρα-Φρόνησης, και τρέμοντας κοίταζε
την Ειρηνούλα, σα να περίμενε από τα χείλια της ν’ ακούσει την κα-
ταδίκη του.
Η Βασιλοπούλα κοκκίνισε, γύρισε και τον είδε και κατέβασε τα
μάτια της, ντροπαλή και μουδιασμένη.
– Και… και θα δεχθείς, Βασιλοπούλα μου; ρώτησε ο αρχικαγκε-
λάριος με φωνή πνιγμένη.
– Όχι, Πολύκαρπε… μουρμούρισε η Ειρηνούλα χωρίς να τον
κοιτάξει.
– Ελπίζω να μη μας κάνει τέτοια πρόταση ο θείος Βασιλιάς, είπε
γελώντας ο Συνετός, ειδεμή θα ξανανάψει ο θυμός του. Γιατί την
Ειρηνούλα μας τη θέλομε δω.
Και παίρνοντας το χέρι της αδελφής του, το έβαλε στου Πολύ-
καρπου που κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά του.
– Απεναντίας! Πρέπει να μας κάνει την πρόταση, για ν’ αρπάξει
και δεύτερη προσβολή! είπε ο γερο-Βασιλιάς που δεν είχε χωνέψει
ακόμα το γαϊδουρίσιο κεφάλι.
Και χαρούμενος, αγκαλιάζοντας τα παιδιά του πρόσθεσε:
– Και σα δεν του αρέσει, ας έλθει πάλι με το στρατό του να ξα-
νανιώσει πώς τρυπούν τα βέλη του Κακομοιρίδη…
Μα δεν πρόφθασε ο καημένος ο θείος Βασιλιάς ν’ αρπάξει τη
δεύτερη προσβολή, ούτε να ξανανιώσει αν τρυπούσαν τα βέλη του
Κακομοιρίδη.
Σαν άνοιξε το πανέρι και αναγνώρισε το γαϊδουρίσιο κεφάλι και
άκουσε τα λόγια του Βασιλόπουλου, που του τα επανέλαβε ο αρχι-
καγκελάριός του, τόσος θυμός τον έπιασε, που έπεσε ξερός στο πά-
τωμα.
Και σαν τον σήκωσαν να τον βάλουν στο κρεβάτι, είδαν πως
ήταν πεθαμένος.
Την ημέρα της στέψεως του, ο Συνετός Β’ κατέβηκε στο ποτάμι
να κάνει μνημόσυνο για όσους είχαν πέσει στην περίφημη εκείνη
νυχτερινή μάχη.
Στον ίσκιο των πλατάνων, δυο άσπροι πέτρινοι σταυροί έστεκαν
πλάγι-πλάγι: ο τάφος του Πολύδωρου και ο τάφος του νέου της τα-
βέρνας.
Κρέμασε ο Συνετός και στους δυο από ένα στεφάνι δάφνης.
– Βάλε δω άλλο ένα στεφάνι, Αφέντη, είπε ο πρωτομάστορης,
δείχνοντας τον τάφο του Πολύδωρου.
– Άλλο ένα; Γιατί;
– Για τον Αφανέρωτο Ήρωα, αποκρίθηκε ο πρωτομάστορης.
Ο Συνετός τον κοίταξε.
– Δεν καταλαβαίνω, είπε.
– Δε γύρισε ποτέ ο κουλός από το τελευταίο του ταξίδι, Αφέντη.
– Τι έγινε, ξέρεις; Έμαθες καμιάν είδηση; ρώτησε ο Συνετός.
Ο πρωτομάστορης αργοκούνησε το κεφάλι.
– Τρία χρόνια τον περίμενα, είπε, και κάθε βράδυ, σα βασίλευε ο
ήλιος, έρχουμουν στο ίδιο μέρος, όπου για τελευταία φορά τον είδα,
με την ελπίδα πως ίσως θα ξαναγύριζε. Μα τώρα δεν τον περιμένω
πια…
– Μπορεί να πήγε στα ξένα σαν τόσους άλλους, είπε ο Συνετός.
Ο πρωτομάστορης έμεινε συλλογισμένος.
– Εγώ ξέρω πως δεν πήγε, είπε στο τέλος. Έτσι που τον ήξερα,
ήταν άνθρωπος να δώσει τη ζωή του χωρίς λόγια, σιωπηλά και αφα-
νέρωτα για τον τόπο του. Ν’ αφήσει όμως την Πατρίδα, την ώρα
του κινδύνου, ποτέ!
Κάμποση ώρα ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δε μίλησε.
Ύστερα ο νέος Βασιλιάς έκοψε ένα κλαδί δάφνης από το δέντρο
και το ακούμπησε στον τάφο του Πολύδωρου.
– Για τον Αφανέρωτο Ήρωα… είπε.
…Και για όσους δίνουν τη ζωή τους σιωπηλά και ταπεινά στην
Πατρίδα, χωρίς η Πατρίδα να τους ξέρει ποτέ… πρόσθεσε ο πρωτο-
μάστορης.
Και γονατίζοντας προσκύνησαν τον τάφο. Πηνελόπη Δέλτα
.
Κάθε παραμύθι έχει μια Αρχή και ένα Τέλος!
Advertisements

Ιστορίες ανθρώπινης ζούγκλας


 Μια ιστορία για τον …Ταρζάν!

Τ αρζάν:
Ο Άρχοντας της ζούγκλας!

Μια φορά και ένα καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, όχι και τόσο μακρινά όμως,
σε μια ζούγκλα ζούσαν πολλά και διάφορα ζώα, καθένα με το χαρακτήρα του.
Ζούσαν λοιπόν ,τα περήφανα λιοντάρια, οι πονηρές αλεπούδες , τα μοναχικά τσακάλια,
τα σοφά φίδια, τα επιδεικτικά παγώνια, οι αστείες μαϊμούδες, οι αιμοβόρες ύαινες,

οι βαρείς και δύσκαμπτοι ελέφαντες, οι αεικίνητοι πίθηκοι και πολλά άλλα…
Μια μέρα έφθασε στο Βασίλειο τους, από ένα περίεργο ατύχημα, εξ ουρανού,
ένα ανθρώπινο μωρό. Κανείς δεν είχε ξαναδεί κάτι τέτοιο και τα ζώα έκαναν συμβούλιο
για να αποφασίσουν τι θα κάνουν με αυτή την περίπτωση.
Κοιτούσαν το μωρό, που δεν έμοιαζε με τίποτα άλλο και με κανένα τους, και μια μαμά γοριλίνα το συμπόνεσε και ήθελε να το μεγαλώσει.
Ο αρχηγός τους, ο γορίλας αποφάσισε να δώσει την συγκατάθεση του ,
να το κρατήσουν, προσδοκώντας σε ανταλλάγματα ίσως και οφέλη.
Έτσι το μωρό μεγάλωνε σιγά σιγά μαζί με τα άλλα ζώα ξέγνοιαστα και παίζοντας.
Όμως μεγαλώνοντας στην ζούγκλα, ερχόταν μερικές στιγμές που δεν ήξερε τι του συνέβαινε.
Ένα απροσδιόριστο συναίσθημα ανέβαινε στην καρδιά και την πίεζε και ένα βαθύ αίσθημα νοσταλγίας που ερχόταν από πολύ μακριά.
Τότε αποσυρόταν στην κορυφή ενός ψηλού βράχου, έβλεπε πανοραμικά την ζούγκλα ,κοιτούσε με λαχτάρα τον ουρανό και ρωτούσε για απαντήσεις.
Η μαμά του, η γοριλίνα τον φρόντιζε και τον αγαπούσε σαν παιδί της και προσπαθούσε να τον καθησυχάσει, όμως ο αρχηγός τον υποψιαζόταν,γιατί του φαινόταν πολύ διαφορετικός
….άρα ύποπτος.
Τον προκαλούσε με την συμπεριφορά του κα τον έβαζε έξω από το παιγνίδι και την παρέα τους.
Κάποια μέρα του είπε κατάμουτρα πως δεν είναι δικός τους και δεν μπορεί να γίνει σαν και αυτούς
Άρα είναι άχρηστος και περιττός, ίσως και επικίνδυνος.
Το μικρό μωρό, που είχε πια μεγαλώσει και όλοι τον φώναζαν Ταρζάνπληγώθηκε πολύ,
Η μικρή καρδιά του ράγισε σχεδόν και μια οργή ανέβηκε μέχρι το μέτωπο του.
Έσφιξε την γροθιά του και είπε,
πως όχι …δεν είναι έτσι και θα τους …δείξει ότι μπορεί να κάνει τα πάντα σαν και αυτούς,
ίδιος και ….είναι ίσος τους.
Άρχισε να ανεβαίνει στα δέντρα όπως οι γορίλες να χτυπάει το στήθος του, όπως αυτοί
και να ουρλιάζει με δύναμη.
Όμως μάτωσαν τα γόνατα του και τα χέρια και πόνεσε ο λαιμός του από τα ουρλιαχτά.
Και αυτό το παράξενο αδυσώπητο συναίσθημα που ερχόταν από πολύ μακριά ήταν τόσο ανεξήγητο.
Οι μαϊμούδες τον κορόιδευαν, είσαι πολύ αστείος του λέγαν,
έτσι που προσπαθείς να χοροπηδήσεις… όπως εμείς.
Τα φίδια τον σνόμπαραν και του έλεγαν δεν μπορείς να ξέρεις… όπως εμείς.
Οι ελέφαντες τον αγνόησαν παντελώς και οι αλεπούδες προσπάθησαν να κάνουν κάποιες συναλλαγές μαζί του, αλλά δεν τον ενδιέφερε το αντικείμενο της συναλλαγής..
Οι γορίλες σε επίδειξη δύναμης τον χτύπησαν άγρια.
Οι ύενες περίμεναν να πέσει κάτω να τον φάνε.
Τα λιοντάρια όμως, ήταν πάντα πολύ μακρινά και απόμακρα, δεν συμπαθούσαν πολύ την συμπεριφορά και τους νόμους του γορίλα.
Σπάνια πλησίαζε κάποιος στην περιοχή τους και αυτά δεν συμμετείχαν και πολύ στο πάρε δώσε των ζώων της ζούγκλας, αλλά, και τα άλλα ζώα τα αποφεύγαν.
Βγαίνανε μόνο για κυνήγι και δεν μιλούσαν πολύ.
Μια μέρα συνάντησε ένα ,τυχαία και …το χαιρέτισε .
Το λιοντάρι του ανταπέδωσε τον χαιρετισμό του, τον κοίταξε πολύ σκεφτικό και του είπε:
Ξέρω τι σκέφτεσαι και τι ρωτάς τα βράδια. Κάποια στιγμή, θα βρεις όλες τις απαντήσεις και την αλήθεια και θα θυμηθείς την καταγωγή σου.
Αυτά είπε και… απομακρύνθηκε.
Ο Ταρζάν κοιτούσε τον εαυτό του και αναρωτιόταν συνέχεια με τι έμοιαζε.
Είχε μερικές τρίχες στο στήθος άρα… μπορεί να ήταν γορίλας;
Μια ποικιλία τους, ίσως…
Του άρεσαν και οι μπανάνες λες… να ήταν πίθηκος;
Γελούσε καμία φορά , να είχε… συγγένεια με τις μαϊμούδες;
Έτσι περνούσε ο καιρός και είχε αρχίσει να συνηθίζει την ζούγκλα και τους κανόνες τις και να αφομοιώνεται.
Αλλά και τα άλλα ζώα στις συζητήσεις τους, προσπαθούσαν να τον κατατάξουν και να βρουν ομοιότητες και διαφορές μεταξύ τους., ήταν όμως δύσκολο εγχείρημα.
Κάθε φορά κάτι δεν κολλούσε… στα λογικά τους συμπεράσματα.
Ώσπου μια μέρα ξαφνικά κάτι φάνηκε στον ορίζοντα, μακριά από το πέλαγος.
Δεν το είχε ξαναδεί έμοιαζε σαν ένα μεγάλο πουλί, που έπλεε αργά στην θάλασσα.
Κρύφτηκε πίσω από τους θάμνους και περίμενε να δει τι θα γίνει .
Πέρασε λίγη ώρα και όταν πλησίασε είδε να κατεβαίνουν δύο παράξενα πλάσματα που έβγαζαν κάτι περίεργες φωνές.
Είχαν πάνω τους ένα είδος φύλλων, που σκέπαζαν το σώμα τους πολύ περίεργα και περπατούσαν ακόμη πιο περίεργα.
Περπατούσαν και στεκόταν στα δύο πόδια!
Κατέβηκαν από αυτό το περίεργο πουλί που έμεινε τελείως ακίνητο, πράγμα επίσης πολύ παράξενο… για πουλί. Και, άρχισαν να κάνουν ακατανόητες κινήσεις και να κουβαλάν περίεργα πράγματα.
Κρύφθηκε καλά πίσω από τα δέντρα και άρχισε να τους παρακολουθεί συστηματικά.
Τους έβλεπε να τρώνε, να κουνάνε τα χείλη τους και να κοιτάζουν πολύ ώρα κάτι  άσπρα
φύλλα μπροστά στα μάτια τους. Αυτό και αν ήταν παράξενο και τρελό…
Πήρε και αυτός ένα φύλλο και το έβαλε μπροστά του και το κοιτούσε μήπως καταλάβει κάτι αλλά τίποτα αποδείχτηκε πολύ βαρετή υπόθεση.
Όμως αυτά τα πλάσματα δεν ήταν ακριβώς ίδια.
Το ένα θαλεγε πως ….ήταν όμορφο πολύ και έκανε την καρδιά του να χτυπάει περίεργα.
Είχε κίτρινες φωτεινές τρίχες και χρωματιστά φύλλα στο σώμα και γλυκεία κραυγή
… κάτι που έμοιαζε ακουγόταν σαν  έτσι …
Το άλλο πλάσμα ήταν πιο σκούρο κα με περισσότερες τρίχες και στο πρόσωπο του.
Δεν μπορούσε εύκολα να καταλήξει κάπου, όμως, ξανακοιτώντας τον εαυτό του κάτι
κάποιες θύμησες άρχισαν να έρχονται κομματιασμένες στην επιφάνεια και συνέχιζε την παρακολούθηση.
Η καρδιά του χτύπησε δυνατά, όταν κάποια μέρα το ένα πλάσμα, το όμορφο,
κατευθύνθηκε προς το μέρος του.
Τα πόδια του λύγισαν, ήθελε να τρέξει αλλά δεν μπόρεσε τα πόδια του δεν υπάκουσαν και έμεινε εκεί να βλέπει.
αυτό το φωτεινό ξανθό πλάσμα, να έρχεται κατευθείαν προς το μέρος του και όχι μόνο αυτό
να τον κοιτάζει να του χαμογελάει και να του απλώνει το κάτασπρο χέρι του..

Ένοιωσε ντροπή, αλλά και απύθμενη χαρά και αγαλλίαση … που κόντευε να λιποθυμήσει.
Και μέσα στην ταραχή του έσπασε όλα τα κλαδιά που ήταν κοντά του.
Το πλάσμα έμεινε όμως δεν έφυγε και σιγά βρήκαν κώδικες επικοινωνίας.
Μπόρεσε να προσέξει πως είχε πολλές ομοιότητες με αυτά τα πλάσματα τα καινούργια.
Ίσως να ίσιωνε λίγο το κορμί …αν έστρωνε τις τρίχες του…ίσως
Όμως ήταν και αυτές οι περίεργες φωνές που είχαν μεταξύ τους.
Κατάλαβε , επίσης,πως εκείνος ο προηγούμενος ο αγώνας ήταν μάταιος και όλες οι προσπάθειες του να μοιάσει… στα ζώα της ζούγκλας.
Ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει ο καλύτερος γορίλας, γιατί η προτίμηση της καρδιάς του πλέον
ήταν να είναι μαζί με αυτά τα καινούργια πλάσματα και έπρεπε,

να ξεκινήσει από την αρχή μαζί τους.
Έπρεπε να μάθει απ΄τη αρχή να περπατάει, να στέκεται όρθιος, να μιλάει, να καθαρίζει τις τρίχες του, να πλένεται, να διαβάζει αυτά τα φύλλα, να χειρίζεται αυτά τα περίεργα αντικείμενα, να σκέφτεται… να αγαπάει …
Έπρεπε να μάθει, από την αρχή να είναι άνθρωπος και να συνυπάρχει με άλλους ανθρώπους σε ισότιμη σχέση.
Όμως ο Ταρζάν το ήθελε όσα τίποτα άλλο και ήξερε πια τι ρωτούσε τον ουρανό,
τα βράδια της μοναξιάς του στην ζούγκλα.
Κατάλαβε πως αυτά τα παράξενα καινούργια πλάσματα…ήταν άνθρωποι και,
πως αυτός ήταν ένας από αυτούς.
Ήταν… ένας Άνθρωπος!
Ότι ανήκε εκεί και ήθελε να είναι πια μαζί τους….
Αυτός ήταν και ο καινούργιος του αγώνας και ένα… άλλο παραμύθι,
αλλά, ήταν ένα αγώνας, που έκανε την καρδιά του ευτυχισμένη και την ένιωθε πλήρη και ικανοποιημένη.

Ορυμαγδός Αχαιών


Ιθύς επιστολή για την παιδεία

Θα μπορούσε να ήταν η πρεσβεία στον Αχιλλέα, ιθύς αποστολή με τον Φοίνικα τον Αίαντα και τον Οδυσσέα, αλλά δεν ήταν. Θα μπορούσαμε να ήμασταν ο  «Αχιλλέας»,  αλλά δεν ήμασταν.  Ήταν όμως μια μικρή από το ΠΑΜΕ και την ΕΛΜΕ για την ενημέρωση μας  επιτροπή και ήμασταν μερικοί ταλαιπωρημένοι Αχαιοί . Ο κ Αγαμεμνονίδης δεν παρέστη λόγω φόρτου γραφειοκρατικής εργασίας και παρέμεινε στην  κεντρική σκηνή . Τριγύρω  εμείς ,   στις υπόλοιπες γραφεία  σκηνές μουτρωμένοι και βαρύθυμοι  χωρίς την φόρμιγγα  του ημίθεου να  άδει και να μας παρηγορεί.  Στο βάθος τα τείχη της Τροίας  των εχόντων και κατεχόντων Εκτόρων  στην πάχνη  μιας ομίχλης την  ομηρική.

Η παρουσίαση ήταν η κλασσική . Ο λαός, οι εργαζόμενοι τον ντόπιο και ξένο κεφάλαιο, η ζωή είναι μετά πριν το ΠΑΜΕ ή ίσως αλλού βήμα βήμα σιγά σιγά . Αναζητείται  τα τελευταία χρόνια από το  κόμμα  που ίδρυσε ο Αβραάμ  Μπεναρόγια   στην  Θεσσαλονίκη της αριστεράς  με σπουδή στο ρόλο του Ίρου Αρναίου  να ζητιανεύει  έξω από  το παλάτι των Ελλήνων την Βουλή. .   Αριστερά και δεξιά , σχήματα  κόμματα και  χρώματα  που ξεθωριάζουν ξεφτίζουν  χωρίς  της   ιστορικής  αλουργίδος την δικαίωση   υπογραφή. Είναι η  μεγάλη οικονομική  ανισότητα που δημιουργεί  την  κοινωνική  αδικία   σε ένα κράτος βίας και διαφθοράς εφήμερο πολύ;  Ο πολύ ρομαντικός θεωρητικός του μαρξισμού Καρλ Μαρξ, έγραφε λυρικά  ποιήματα στην γυναίκα του,  υποστήριξε  πως οι φιλόσοφοι δοκίμασαν να ερμηνεύσουν τον κόσμο, αλλά, δεν θα πρέπει, να προσπαθήσουν να τον αλλάξουν κιόλας; Οι φιλόσοφοι  προσπάθησαν ν’αλλάξουν τον κόσμο, αλλά, δεν θα πρέπει να προσπαθήσουν ν’αλλάξουν και τον Εαυτό τους, δίνοντας ένα  καλό παράδειγμα  σε μία κοινωνία που  η επικοινωνία  βαριά νοσεί σε διαλόγους  μονολόγους του Μπέκετ  περιμένοντας τον Γκοντό  ψηλό ή κοντό;

Ακολούθησε ο γενικός γραμματέας  την δυσμενή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε να μας εξηγεί με του Διομήδη το πάθος την φλόγα και  την ορμή και σε απεργιακή κινητοποίηση να μας καλεί.Ο κ Αγαμεμνονίδης  εξήλθε βλοσυρός και οργισμένος . Πάραυτα  νέα συνέλευση των καταπονημένων  Αχαιών συγκαλεί και με το σκήπτρο του Διός  Ερμή  μας  ομιλεί.

-Δεν πάει άλλο .Πρέπει να στείλουμε ένα ηχηρό  μήνυμα στους Τρώες τους έχοντες και κατέχοντες   μιας  τροϊκανής συμμορίας. ΌΛΟΙ στην απεργία,  λουκέτο στα σχολεία.

Συμφωνήσαμε ΟΛΟΙ. Θερσίτης δεν υπήρξε. Σήμερα απεργούμε. Θα βγούμε ξανά στους δρόμους  να  ζητιανέψουμε ένα κομμάτι  για την παιδεία, λίγο ψωμί, μερικά ψίχουλα αγάπης συμπάθειας και κατανόησης   καμιά θεσούλα  μη απολυμένου δημοσίου υπαλλήλου και αρκετή  ελευθερία σε μια  δημοκρατία που με 4% μας  κυβερνεί.

Ποια είναι η διαφορά  Ίρου Θερσίτη και Οδυσσέα;Τα Ομηρικά Έπη είναι ακριβολόγα και σαφή.

Ο  Ίρος είναι  ζητιάνος  από την φύση του. Μια ζωή ζητιάνος  ήταν  και έτσι  θα παραμείνει.Ο Θερσίτης είναι ένα  μειονεκτικός υβριστής χωρίς θέση  γνώμη  σκέψη  και πρόταση ουσιαστική. Ο Οδυσσέας  ήταν και  είναι  «βασιλιάς», ακόμη και αν τα ρούχα ενός ζητιάνου φορεί, Οδύσσεια μαζί και  Ιλιάς,  κύριος ηνίοχος σε μια άμαξα  και  πορείας  γνώσης  αξιοπρέπειας  και   εξεγερμένης ανθρωπιάς

Από  το ημερολόγιο μιας εκπαιδευομένης καθηγητρίας  στο  Α Β, έως Ωμέγα

κατάστρωμα ενός ομηρικού σχολικού πλοίου,  με μια μυθολογική σχεδία

Οροθύνουσα απεργία